Υπό την επήρεια των υδρατμών ενός τσαγιού λεβάντας και μίας χορτόσουπας (η συνταγή παρατίθεται στο τέλος του κειμένου…), καταγράφω σκόρπιες, αφυπνισμένες και κυμματούσες σκέψεις…
Αν και υπήρξε μετριασμός στην κραιπάλη των εορτών (αφού δε ζούμε κοντά στις οικογένειες μας…), μία επίσκεψη σε ένα ανεκδιήγητο κινέζικο εστιατόριο ήταν ικανή να με πετάξει πέρα και παραπλεύρως. Το γεγονός, ότι βρίσκεται κοντά σε αμερικάνικες βάσεις με αρκετή πελατεία από τη στρατιά της εν λόγω χώρας, θα έπρεπε να μου είναι αρκετό ως σήμα κινδύνου, αλλά φευ…Δε θέλω να θίξω τους Αμερικανούς τώρα, αλλά οφείλω να υπενθυμίσω, ότι τα μπουφέ “τρώτε όσο θέλετε” αποτελούν δική τους επινόηση. Κι είναι κρίμα, επειδή προ της εποχής της άκρατης κατανάλωσης τροφίμων (και άλλων ειδών…), διέθεταν και αυτοί ένα πιο απλοποιημένο διαιτολόγιο.
Ένα μεσημέρι Κυριακής, επισκέφθηκα μαζί με ένα φίλο Γερμανό, την εκκλησία τους μέσα στο στρατιωτικό χωριό. Ήμασταν οι μόνοι λευκοί…Βασικά, πήγαμε για να ακούσουμε αυτή την καταπληκτική μουσική σόουλ, αλλά δε μας άφησαν να φύγουμε μετά τη λειτουργία και μας πίεσαν ευγενικά να δεχτούμε την πρόσκληση τους για μεσημεριανό. Έτσι, είχα την ευκαιρία να γνωρίσω και το φαγητό σόουλ, σε μία τεράστια τραπεζαρία, όπου από τη μία πλευρά, χοροπηδούσαν ανέμελα παιδάκια και από την άλλη, σερβίρονταν πατάτες πουρέ, μπριζόλες, χόρτα βραστά, καλαμπόκι και άλλα. Αραιά και που, τα παιδάκια σταματούσαν το παιχνίδι και μας παρουσίαζαν μερικά ποιήματα και τραγούδια. Πολύ οικογενειακή ατμόσφαιρα…Δύσκολα θα πίστευε κανείς, ότι οι ίδιοι άνθρωποι δέχονται, ανά πάσα στιγμή, διαταγές, για επικίνδυνες αποστολές στο Ιράκ ή το Αφγανιστάν με καθόλου ειρηνικούς στόχους…Όμως, ας είναι…Δε θα επιτρέψουμε στην πολιτική να μας εξοντώσει όλα τα ανθρωποκύτταρα. Κάπου-κάπου ακούω και τη μουσική τους από το ραδιόφωνο. Συνήθως, όταν οδηγώ, πέφτω κατά τύχη, πάνω σ’ έναν από τους σταθμούς των βάσεων. Στα διαλείμματα συζητάνε και τα δικά τους θέματα, τη μακρυνή πατρίδα πέρα από τον Ατλαντικό, τις οικογένειες που άφησαν πίσω, το δύσκολο περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσαν. Πώς να τους αδικήσει κανείς, όταν καταφεύγουν στο στρατό, σε μία απέλπιδα προσπάθεια να κρατηθούν από κάπου και να επιβιώσουν; Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος εναντίον του Αφγανιστάν, πορευτήκαμε μαζί με άλλους πολίτες μέχρι την πύλη του στρατώνα, ανεμίζοντας πανό λευκά και με ουράνια τόξα, υπέρ της άμεσης κατάπαυσης του πυρός. Ανάμεσα μας, υπήρχαν και Αμερικανοί, πρώην στρατιώτες, οι οποίοι δεν άντεξαν την παραλογία της ανήθικης επιθετικότητας των “αμυντικών” τους δυνάμεων και αποχώρησαν. Η κοινωνική κατακραυγή εναντίον τέτοιων ανθρώπων είναι πολύ μεγάλη. Θαυμάζω τη δύναμη και το θάρρος τους να αποτολμήσουν την απόσχιση από το στρατό. Πώς είναι αλήθεια, να διαδηλώνεις εναντίον της χώρας σου σε ξένο έδαφος; Μόνο όσοι το έζησαν το γνωρίζουν. Εύχομαι να μη χρειαστεί να το μάθω ποτέ…Χμ, τέλειο το τσάι λεβάντας, ελπίζω να κοιμηθώ μερικές ώρες πριν φέξει ο ουρανός και αρχίσουν να κελαηδούν τα περιστέρια. Ναι, έχουμε πολλά, κουρνιάζουν τα βράδια στη στέγη του διπλανού κτιρίου. Μία μέρα με τρόμαξαν, ήταν μεσημέρι καλοκαιριού και εισήλθαν καμαρωτά-καμαρωτά από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα μέσα στο διάδρομο. Είδα κι έπαθα να τους ανακόψω την πορεία και να τα οδηγήσω πάλι προς τα έξω. Μια στιγμή, να κοιτάξω τι γίνεται με τη χορτόσουπα…
…
Σχεδόν έτοιμη…Λοιπόν η συνταγή που σας υποσχέθηκα…
Υλικά:
2-3 καρότα ψιλοκομμένα
μερικά φύλλα σέλινο ψιλοκομμένο
1 φλυτζάνι ρύζι
αλατοπίπερο
ελαιόλαδο
χυμό λεμονιού
Εκτέλεση:
Ρίχνετε τα χόρτα μαζί με το ρύζι (η μαμά μου βάζει και λίγες πατατούλες ή/και μαϊντανό…) σε μπόλικο νερό να βράσουν για 30 με 40 λεπτά. Λίγο πριν σβήσετε το μάτι, αλατοπιπερώνετε και ραντίζετε τη χορτόσουπα με μερικές σταγόνες ελαιόλαδο. Ο χυμός λεμονιού προστίθεται τελευταίος στο πιάτο.
Αγαπητοί επισκέπτες,
όσοι μου γράφετε σχόλια, όσοι με διαβάζετε και όσοι απλά περνάτε για να δείτε, αν λειτουργεί ακόμη η πιρόγα, αυτή ήταν η ανταπόκριση μου από τις μέρες των γιορτών. Εν αναμονή της νέας χρονιάς, εύχομαι σε όλους μας, μιας και νεότεροι, δεν πρόκειται να γίνουμε στο μέλλον, να γίνουμε τουλάχιστον σοφότεροι…Καλό ξημέρωμα…
Ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες ζωγράφους της λεγόμενης γενιάς του 1930 με πλήθος διακρίσεων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ο Γιάννης Μόραλης, έφυγε από την ζωή πλήρης ημερών, στα 93 του χρόνια.
Ο Γιάννης Μόραλης γεννήθηκε στην Αρτα το 1916 και το 1927 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα.
Σε ηλικία 15 ετών έγινε δεκτός στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας σπουδάζοντας κοντά στον Αργυρό , τον Γερανιώτη, τον Παρθένη και τον Κεφαλληνό, ζωγραφική και χαρακτική.
Έφυγε το 1936 για τη Ρώμη, με υποτροφία. Στην συνέχεια εγκαταστάθηκε στο Παρίσι όπου και σπούδασε νωπογραφία και ψηφιδωτό και το 1947 εκλέχθηκε τακτικός καθηγητής στην ΑΣΚΤ.
Το 1949, μαζί με άλλους Έλληνες ζωγράφους, μεταξύ των οποίων ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Νίκος Νικολάου και Νίκος Εγγονόπουλος, ιδρύουν την καλλιτεχνική ομάδα «Αρμός» και διοργανώνουν την πρώτη κοινή έκθεση στο Ζάππειο το 1950.
Από το 1954 ξεκινάει την συνεργασία του με το ελληνικό θέατρο, πρώτα με το Θέατρο Τέχνης και στη συνέχεια με το Εθνικό Θέατρο. Το έργο του Μόραλη περιλαμβάνει εικονογραφήσεις βιβλίων των ποιητών Ελύτη και Σεφέρη, εξώφυλλα δίσκων μουσικής, γλυπτά, τοιχογραφίες καθώς και σκηνικά και κουστούμια για το Εθνικό Θέατρο της Ελλάδας και τα μπαλέτα του Ελληνικού Χοροδράματος.
Τιμήθηκε για πρώτη φορά με βραβείο ζωγραφικής το 1940. Αποχώρησε από την ΑΣΚΤ το 1983 και το 1988 η Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας τον τίμησε με μεγάλη αναδρομική έκθεση. Το 1999 του απονεμήθηκε το μετάλλιο του Ταξιάρχη της Τιμής . Έργα του ανήκουν σε δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Ζωγραφική, γλυπτική, εικονογράφηση, ανάγλυφα σε κτήρια, σε όλο το έργο του Γιάννη Μόραλη, από τα πιο παραστατικά ως τα αφηρημένα, ένα σύμβολο επανέρχεται : ο φτερωτός άγγελος με την διττή μορφή του έρωτα και του θανάτου.
Η πρώτη του θεατρική δουλειά βασιζόταν στο έργο Ωδή εις θάνατον του Κάλβου και ο ίδιος ο ζωγράφος έλεγε ότι είχε δοκιμάσει έντονα το βίωμα του θανάτου καθώς τον συνόδευε πάντα ο τραγικός θάνατος του πατέρα του σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα τον Μάρτιο του 1937 αλλά και οι σκηνές από κηδεία στην Αρτα και την Πρέβεζα όταν ήταν πολύ μικρός.
Πηγή: in.gr
Ο Μάνος Χατζιδάκις συμβολίζει την εκλεπτυσμένη σοφία που αναδύεται μέσα από την τέχνη. Η μουσική του είναι ένα ταξίδι στον κόσμο του ονείρου και της ευαισθησίας, τα ποιήματα του, αποστάγματα ενός αγιάτρευτου έρωτα με τη ζωή…Μία αισθαντική παρουσία, μία φωνή που μας λείπει…Ειδικά αυτές τις φλύαρες μέρες…
Αφουγκραστείτε τον…
Για τα όνειρα…
- Υπάρχουν σήμερα περιθώρια για παραμύθια, για όνειρα; Επιτρέπει η εποχή μας;
Μ. Χ.: Στην ωριμότητα, όχι. Στη νεανική ηλικία, κάθε νεανική ηλικία, σε κάθε εποχή, θα έχει τα όνειρα της. Δεν μπορώ να σου πω, ότι ανήκω στην εποχή των ονείρων. Λυπάμαι γι αυτό. (γελάει)
- Τα όνειρα όμως, δε νομίζω, ότι απαραίτητα πρέπει να έχουν ηλικία. Όνειρα μπορεί να έχει ο καθένας.
Μ. Χ.: Τί όνειρα μπορεί να έχει ένας άνθρωπος 65 ετών, όπου μπορεί και βλέπει τα πράγματα σαν ακτινογραφία; Το όνειρο είναι, όταν δεν μπορείς να δεις τις ακτινογραφίες και βλέπεις τις εικόνες. Αρχίζουμε και βλέπουμε τις πλαστικές εικόνες, τις χαλκομανίες, μετά βλέπουμε τις φωτογραφίες, μετά τη ζωγραφική και στο τέλος ακτινογραφίες. Εγώ είμαι στην περιοχή των ακτινογραφιών.
- Παρόλ’ αυτά, επειδή εγώ δεν μπορώ να το δεχτώ αυτό, πρέπει να ρωτήσω: “Ο Χατζιδάκις ο Μάνος έχει κάποια όνειρα;”
Μ. Χ.: Όχι. Έχω σχέδια, όνειρα, όχι. Τα σχέδια είναι μία έκφραση ζωτικότητας. Τα όνειρα είναι μία μορφή άγνοιας. (γελάει) Δεν μπορώ να έχω άγνοια, δε μου επιτρέπεται. Δεν αισθάνομαι άσχημα, καθόλου. Απλούστατα, σέβομαι τα όνειρα των νέων, όπως και σέβομαι τη μεταλλαγή τους σε σχέδια, απλώς, όσο περνάει η ηλικία.
Για την Ευρώπη…
Μ. Χ.: Κοιτάχτε, ετοιμαζόμαστε για μία άλλου είδους σκλαβιά τώρα. Η ευρωπαϊκή ενότητα, τί νόμισες, ότι είναι; Είμαστε πραγματικά ένα κράτος με δύναμη, ώστε να μπορέσουμε να επιβάλουμε απόψεις; Θα γίνουμε μία επαρχία, στην οποία θα μας διοικεί η Ευρώπη και θα έχουμε μία ψευδαίσθηση, ότι συνδιοικούμεθα στην Ευρώπη. Λοιπόν, αυτή δεν είναι μία σκλάβιά; Τουλάχιστον με τα κριτήρια που είχαμε επί Τουρκοκρατίας…Και πάλι οι εξαιρέσεις επί Τουρκοκρατίας, υπήρξανε και αναπτυχθήκανε στον ευρωπαϊκό χώρο. Μόνο που δε θα ζούν στην Αθήνα και θα ζούνε στον ευρωπαϊκό χώρο. Μα ποιός από μας δε θα το έκανε, αν είχε τις δυνατότητες έστω και πριν είκοσι χρόνια; Υπάρχει καμία εγγύηση σωστής αναπτύξεως εδώ μέσα στον τόπο αυτό; Ποτέ. Αλλά βέβαια ο τόπος μας προχωράει πάντα με τις εξαιρέσεις του, έτσι θα προχωρήσουμε και στο μέλλον. Περί Τουρκοκρατίας λοιπόν, ασφαλώς θα είναι μία μορφή της ευρωπαϊκής μας θητείας που βέβαια δε θα μπορέσουμε ποτέ να απαλλαγούμε ούτε να απελευθερωθούμε, διότι θα είναι μία επιλογή μας, ενώ επί Τουρκοκρατίας, έγινε μία υποταγή μας, αυτή είναι η διαφορά.
Για την Παιδεία…
- Μάνο Χατζιδάκι, έτσι όπως μιλάμε τώρα, αν σε ρωτούσε κανείς: “Έχεις εμπιστοσύνη στους ανθρώπους;” – τί θα απαντούσες;
Μ. Χ.: Ο άνθρωπος έχει μέσα του το σπέρμα της συνέχειας και της καταστροφής, της επιβίωσης και της καταστροφής. Αυτά τα δύο στοιχεία, θα παλεύουν πάντα. Οι ίδιοι άνθρωποι θα είναι καταστροφείς και σχεδιαστές. Ομαδικά προχωράει ο άνθρωπος μόνο με ισχυρή παιδεία, αλλά την ισχυρή παιδεία δεν τη θέλουν τα κράτη. Οι κοινωνίες δεν τη θέλουν την ισχυρή παιδεία, διότι ανεξαρτοποιεί τα άτομα και γίνονται επικίνδυνα. Συνεπώς, να πάψει ο κόσμος να πιστεύει, ότι υπάρχει οποιοδήποτε σύστημα που επιδιώκει την απελευθέρωση του.
Για τα Εξάρχεια…
Μ. Χ.: Όταν έρχεται η πολιτεία και μας περιφρουρεί από ομάδες που δε μας μοιάζουν και καταδιώκει αυτές τις ομάδες αστυνομικά, είναι πιο επικίνδυνο από το να τους άφηνε να υπάρχουν. Αυτό που έγινε λίγο πολύ στα Εξάρχεια, είναι ένα θλιβερό θέαμα, το οποίο ποτέ δε θα με συμφιλιώσει μαζί του. Και είναι λάθος να νομίζουμε, ότι περιφρουρείται η ελευθερία μας, με το να καταδιώκονται άνθρωποι που δε μας μοιάζουν και ότι θα έρθει μία δεδομένη στιγμή που κι εμείς δε θα μοιάζουμε με κάποιους και θα καταδιωχθούμε και θα έχουμε το παρελθόν, ότι ανεχθήκαμε τις καταδιώξεις των ανθρώπων που δε μας μοιάζουν, άρα κι εμείς σωστά θα καταδιωχθούμε. Μην ξεχνάμε, ότι αυτό είναι και η αρχή και η βάση του εθνικοσοσιαλισμού και του φασισμού. Δεν κινδυνεύουμε από αυτούς που δε μας μοιάζουν. Κινδυνεύουμε από αυτούς που μας περιφρουρούνε και καταδιώκουν αυτούς που δε μας μοιάζουν.
***
(Δείτε ΕΔΩ σε μια παλαιότερη ανάρτηση της πιρόγας,
Το χαμόγελο της Τζοκόντας – όλες οι συνθέσεις, συνοδευόμενες από ένα σημείωμα του Μάνου Χατζιδάκι…)
Χειμώνας του 2000…Ένας φίλος Γερμανός έχει μετακομίσει πρόσφατα σε ένα προάστιο, άγνωστη η διεύθυνση και καθότι νύχτα, προτείνω να συναντηθούμε κάπου στο κέντρο. Που να ψάχνουμε τέτοια ώρα για οδούς κι αριθμούς…Επιλέγουμε τη μοναδική μπιραρία που αχνοφέγγει δίπλα στη στάση του τραμ. Τα τραπεζάκια είναι σχεδόν άδεια, παντού καπνός και στο βάθος δυο-τρεις λιγομίλητοι θαμώνες παίζουν μπιλιάρδο…Παραγγέλνουμε μπίρα και περιμένουμε στο ημίφως την άφιξη του Ι. Σε λίγο αρχίζουν να λειτουργούν καλύτερα οι αισθήσεις μου και σιγά-σιγά, διακρίνω πρόσωπα, αφουγκράζομαι ψιθύρους. Ελληνικά είναι; Ίσως και ισπανικά. Η προφορά μοιάζει καταπληκτικά. Κοιταζόμαστε καθώς σερβίρει την μπίρα. Η αμφιβολία εκμηδενίζεται…
-Ελληνίδα;
-Ναι.
-Από πού;
-Από Κύπρο.
Αυτό ήταν. Υπήρξε Ελδυκάριος και υπηρέτησε τη θητεία του το 1974. Η αφήγηση του ξεκινάει χαμηλόφωνα υπό τους ήχους των μπιλιάρδων και των αυτόματων καζίνο. Δε ρώτησα τίποτα. Ο ίδιος δεν έδειξε ενθουσιασμένος με τις μνήμες που μας έζωσαν νυχτιάτικα. Κανένας κομπασμός, πουθενά…Έλαβε μέρος στις μάχες κοντά στην Κερύνεια. Κατά την οπισθοχώρηση, κανείς δεν τους ειδοποίησε, αν ο πόλεμος συνεχιζόταν ή αν είχε ήδη λήξει. Τα πυρομαχικά λιγόστευαν…Διανυχτέρευσαν στο Κιόνελι μέσα στο φόβο, αγκαλιασμένοι όλοι οι φαντάροι μαζί, για να ζεσταίνεται ο ένας με την ανάσα του άλλου. Την επόμενη μέρα έφτασαν στη Λευκωσία. Οι μισοί έλειπαν…
-Έχεις πάει στη Μακεδονίτισσα;
-Ναι, πολλές φορές. Ειδικά όταν έχουμε επισκέψεις από την Ελλάδα, όλο και κάποιο γνωστό θέλουν να ψάξουν ανάμεσα στα μνήματα.
(…)
-Με ειδοποίησαν για μία τελετή που θα γίνει σύντομα για απονομή μεταλλίων. Δεν πήγα, αλλά μου είπε η μάνα μου, ότι έστειλαν ένα χαλκινοτσίγκινο μέσω ταχυδρομείου.
Κοιτάζω το βάθος του ποτηριού μου, ενώ κουνάει το κεφάλι του σκυφτός. Δεν έχω τίποτα να πω. Ο κόμπος στο λαιμό, μετά βίας μου επιτρέπει να αναπνέω.
Είναι από τη Δράμα, πόντιος στην καταγωγή, εδώ και δεκαετίες στη Γερμανία. Η μπιραρία τού ανήκει, όπως και διάφορα άλλα κεντράκια στην περιοχή. Σε λίγο εμφανίζεται και η γυναίκα του μαζί με το δεκαεξάχρονο γιο. Ένας λεβέντης…Λάμπουν και οι δύο γονείς από περηφάνεια…Ο μικρός ετοιμάζεται για σαββατιάτικη έξοδο. Νιάτα…Το άρωμα του μας έχει σπάσει τη μύτη.
-Θα ήθελα να ξαναπάω κάποτε στην Κύπρο, να δω πώς είναι τώρα χωρίς πολέμους.
-Θα τη βρείτε σίγουρα πολύ αλλαγμένη…
(…)
Έρχεται ο Ι.
-Τι κάνετε εδώ μέσα;
-Σε περιμέναμε.
Αφήνει τα έγγραφα, τα οποία ήταν και ο λόγος της συνάντησης, πάνω στο τραπέζι. Οι υπόλοιποι απομακρύνονται διακριτικά…
-Τί λέγατε; Σαν πολύ παράξενο είναι το κλίμα.
-Άσε…Κάποια άλλη φορά…
***
Αφορμή για την καταγραφή αυτής της αφήγησης, αποτελεί η είδηση για τα επεισόδια που δημιουργήθηκαν στην παρουσίαση του πρόσφατου βιβλίου του Βασίλη Γκουρογιάννη, το οποίο “…έχει ήρωες μια ομάδα Κυπρίων και Ελλαδιτών βετεράνων του πολέμου στην Κύπρο το 1974, κατά την εισβολή του Αττίλα, οι οποίοι επιστρέφουν στα πεδία των μαχών τριάντα τόσα χρόνια μετά και συναντιούνται με Τούρκους, που είχαν επίσης πολεμήσει τότε, για να διερευνήσουν από κοινού τα γεγονότα και να αναλάβουν καθένας τις ευθύνες τους.”
Περισσότερες πληροφορίες για την παρουσίαση και τις αντιδράσεις, μπορείτε να διαβάσετε στην ανάρτηση της Εύας Νεοκλέους: http://evaneocleous.blogspot.com/2009/11/blog-post_22.html
***
Η έκκληση μου…αφουγκραστείτε με προσοχή αυτούς τους ανθρώπους, οι οποίοι για δεκαετίες κράτησαν τις τραυματικές τους εμπειρίες και αναμνήσεις μόνο για τον εαυτό τους και τους οικείους τους. Πιστεύω, ότι έφτασε επιτέλους η δική τους στιγμή να εξιστορήσουν τα γεγονότα. Σιωπή οι ρήτορες πολύ μιλήσανε…
***
Ανεμολόγιο
Έβγαλε βρώμα η ιστορία ότι ξοφλήσαμε
είμαστε λέει το παρατράγουδο στα ωραία άσματα
και επιτέλους σκασμός οι ρήτορες πολύ μιλήσαμε
στο εξής θα παίζουμε σ’ αυτό το θίασο μόνο ως φαντάσματα
Κάτω οι σημαίες στις λεωφόρους που παρελάσαμε
άλλαξαν λέει τ’ ανεμολόγια και οι ορίζοντες
μας κάνουν χάρη που μας ανέχονται και που γελάσαμε
τώρα δημόσια θα έχουν μικρόφωνο μόνο οι γνωρίζοντες
Βγήκαν δελτία και επισήμως ανακοινώθηκε
είμαστε λάθος μες το κεφάλαιο του λάθος λήμματος
ο σάπιος κόσμος εκεί που σάπιζε ξανατονώθηκε
κι οι εξεγέρσεις μας είναι εν γένει εκτός του κλίματος
Δήλωσε η τσούλα η ιστορία ότι γεράσαμε
τις εμμονές μας περισυλλέγουνε τα σκουπιδιάρικα
όνειρα ξένα ράκη αλλότρια ζητωκραυγάσαμε
και τώρα εισπράττουμε απ’ την εξέδρα μας βροχή δεκάρικα
Ξέσκισε η πόρνη η ιστορία αρχαία οράματα
τώρα για σέρβις μας ξαποστέλνει και για χαμόμηλο
την παρθενιά της επανορθώσαμε σφιχτά με ράμματα
την κουβαλήσαμε και μας κουβάλησε στον ανεμόμυλο
***
τώρα για σέρβις μας ξαποστέλνει και για χαμόμηλο
την παρθενιά της επανορθώσαμε σφιχτά με ράμματα
την κουβαλήσαμε και μας κουβάλησε στον ανεμόμυλο








