ΛΕΜΕΣΙΑ ΠΙΡΟΓΑ


ΜΕΘΥΣΤΕ
27/11/2009, 15:51
Κατηγορίες: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

*Το “Μεθυσμένο πλοίο” του Jacques Saraben.

Μεθύστε

Πρέπει να είστε πάντα μεθυσμένοι. Αυτό είναι το παν, είναι το μοναδικό ζήτημα. Για να μη νοιώθετε το τρομερό φορτίο του Χρόνου που τσακίζει τους ώμους σας και σας γέρνει προς τη γη, πρέπει να μεθάτε χωρίς ανάπαυλα. Αλλά από τι; Από κρασί, από ποίηση ή από αρετή, όπως προτιμάτε. Αλλά μεθύστε.

Και αν κάποτε, στα σκαλοπάτια ενός μεγάρου, πάνω στο πράσινο χορτάρι ενός χαντακιού, μέσα στη μελαγχολική μοναξιά του δωματίου σας, αν ξυπνήσετε, αφού η μέθη θα έχει ήδη ελαττωθεί ή εξαφανιστεί, ρωτήστε τον άνεμο, το κύμα, το αστέρι, το πουλί, το ρολόι, ό,τι φεύγει, ό,τι αναστενάζει, ό,τι κυλάει, ό,τι τραγουδάει, ό,τι μιλάει, ρωτήστε τι ώρα είναι.

Και ο άνεμος, το κύμα, το αστέρι, το πουλί, το ρολόι θα σας απαντήσουν: “Είναι ώρα για να μεθύσετε! Για να μην είστε οι βασανισμένοι σκλάβοι του Χρόνου, μεθάτε αδιάκοπα. Από κρασί, από ποίηση ή από αρετή, όπως προτιμάτε.”

Κάρολος Μποντλαίρ

***

Enivrez-vous!

Il faut être toujours ivre, tout est là; c’est l’unique question. Pour ne pas sentir l’horrible fardeau du Temps qui brise vos épaules et vous penche vers la terre, il faut vous enivrer sans trêve. Μais de quoi? De vin, de poésie, ou de vertu à votre guise, mais enivrez-vous!

Et si quelquefois, sur les marches d’un palais, sur l’herbe verte d’un fossé, vous vous réveillez, l’ivresse déjà diminuée ou disparue, demandez au vent, à la vague, à l’étoile, à l’oiseau, à l’horloge; à tout ce qui fuit, à tout ce qui gémit, à tout ce qui roule, à tout ce qui chante, à tout ce qui parle, demandez quelle heure il est.

Et le vent, la vague, l’étoile, l’oiseau, l’horloge, vous répondront: “Il est l’heure de s’enivrer; pour ne pas être les esclaves martyrisés du Temps, enivrez-vous, enivrez-vous sans cesse! De vin, de poésie, de vertu, à votre guise.”

Charles Baudelaire



ΧΡΟΝΟΔΙΑΓΡΑΜΜΑ
30/10/2009, 19:02
Κατηγορίες: ΚΥΠΡΟΣ, ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ, ΜΝΗΜΕΣ

ΠΟΥΛΙ ΣΕ ΔΕΝΤΡΟ

Συχνά, θυμάμαι, οι μεγάλοι, όταν ήμουν παιδί,
μιλούσαν για το μέλλον μου.
Αυτό γινόταν συνήθως στο τραπέζι.
Αλλά εγώ ούτε τους πρόσεχα,
ακούγοντας ένα πουλί έξω στο δέντρο.
Ίσως γι’ αυτό το μέλλον μου άργησε τόσο πολύ:

ήταν τόσο αναρίθμητα τα πουλιά και τα δέντρα.

Τάσος Λειβαδίτης
(20 Aπριλίου 1922 - 30 Oκτωβρίου 1988)



ΠΕΡΑΣΑ
23/10/2009, 01:36
Κατηγορίες: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Περπατώ και νυχτώνει.
Αποφασίζω και νυχτώνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Υπήρξα περίεργη και μελετηρή.
Ξέρω απ’ όλα. Λίγο απ’ όλα.
Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.
Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων
μ’ ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα μέρες με βροχή,
εντάθηκα πίσω απ’ αυτό
το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά κι απαρατήρητα,
όπως ο πόνος των δέντρων
όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει
κι όπως ο φόβος των γενναίων.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα από κήπους, στάθηκα σε συντριβάνια και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν
σε αθέατα αίτια χαράς.
Και μικρούς ερωτιδείς, καυχησιάρηδες.
Τα τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα.
Είδα πολλά και ωραία όνειρα
και είδα να ξεχνιέμαι.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Περπάτησα πολύ στα αισθήματα,
τα δικά μου και των άλλων,
κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσα τους
να περάσει ο πλατύς χρόνος.
Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.
Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα
και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.
Έλαβα κάρτες σύντομες:
εγκάρδιο αποχαιρετιστήριο από την Πάτρα
και κάτι χαιρετίσματα
απο τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.

Mίλησα πολύ. Στους ανθρώπους,
στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια
και να χάνω χέρια.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Ταξίδεψα μάλιστα.
Πήγα κι από εδώ, πήγα και από εκεί…
Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από εδώ, έχασα κι από κεί.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι από την απροσεξία μου.
Πήγα και στη θάλασσα.
Μου οφειλόταν ένα πλάτος. Πές πως το πήρα.
Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.
Τους είδα να πέφτουν
από το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,
που διέτρεχε μιάν ηλιαχτίδα
κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης.
Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες
ορθόδοξης ερημιάς.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα.
Και δεν μου έλειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.
Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,
σκοτεινή, με ακόνισε.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Όσο μπόρεσα έφερ’ αντίσταση σ’ αυτό το ποτάμι
όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει,
κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό
στα ξεροπόταμα
και παρασύρθηκα.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Σε σωστή ώρα νυχτώνει.

Κική Δημουλά
Το λίγου του κόσμου (1971)



ΦΕΔΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ
17/10/2009, 16:57
Κατηγορίες: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ, ΜΟΥΣΙΚΗ

Μια είδηση των ημερών για τον αγαπημένο ποιητή που εκτελέστηκε την εποχή του εμφυλίου πολέμου στην Ισπανία…

ΦΕΔΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ

Την επόμενη εβδομάδα αναμένεται να ξεκινήσουν οι εργασίες εκταφής των λειψάνων που εκτιμάται πως ανήκουν στον Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, αλλά τα οποία δεν έχουν ταυτοποιηθεί ότι ανήκουν στον κορυφαίο Ανδαλουσιανό ποιητή.

«Ο αντικειμενικός μας στόχος δεν είναι μόνο η έρευνα για τον ποιητή» δήλωσε στη Γρανάδα η περιφερειακή υπουργός Δικαιοσύνης Μπεγόνια Αλβαρεθ, τη στιγμή που υπέγραφε τη συμφωνία της συνεργασίας μεταξύ των διαφόρων ομάδων που θα συνεργαστούν για το εγχείρημα.

Μαζί με τον Λόρκα ενταφιάστηκαν άλλα τρία άτομα: ένας δάσκαλος και δύο αναρχικοί της εποχής, οι οποίοι εκτελέστηκαν από το φασιστικό καθεστώς του Φράνκο τον Αύγουστο του 1936, ένα μήνα μετά την έναρξη του εμφυλίου στην Ισπανία.

«Πρέπει να καθορίσουμε τον αριθμό των νεκρών που ανακαλύψαμε. Σίγουρα, τα υπόλοιπα είναι αποφάσεις που πρέπει να πάρουν οι οικογένειες» συνέχισε η Αλβαρεθ η οποία θα επιβλέπει προσωπικά τις εργασίες εκταφής.

Η σορός του διευθυντή του σχολείου Ντιοσκόρο Γκαλίντο, δεν έχει ακόμα ταυτοποιηθεί, αντίθετα με των δύο αναρχικών Φρανθίσκο Γκαλάντι και Χοακίν Αρκόλα, που εκτελέστηκαν μαζί με τον Λόρκα.

Πηγή: in.gr

O Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα γεννήθηκε στο Φουέντε Βακέρος, το 1898. Ο πατέρας του ήταν αγρότης κι η μητέρα του δασκάλα πιάνου, προσφέροντας τα πρώτα μαθήματα και στον ίδιο τον Λόρκα. Φοίτησε σε σχολείο Ιησουϊτών στη Γρενάδα και μετά από πιέσεις του πατέρα του, γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Γρενάδα, την οποίαν όμως εγκατέλειψε σύντομα, για να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία, τη μουσική και τη ζωγραφική. Το 1919, εγκαταστάθηκε στη Φοιτητική Κατοικία του Πανεπιστημίου της Μαδρίτης, που τότε λειτουργούσε ως ανοιχτό πανεπιστήμιο, πολιτιστικό κέντρο, της ισπανικής πρωτεύουσας. Εκεί συνάντησε τον Σαλβαδόρ Νταλί, τον σκηνοθέτη Λουίς Μπουνιουέλ, τον ποιητή Ραφαέλ Αλμπέρτι και τον Χιμένεθ. Την ίδια περίοδο συνέθεσε τα πρώτα του ποιήματα που κυκλοφόρησαν το 1921, με τίτλο Βιβλίο Ποιημάτων. Λίγο νωρίτερα, το 1918, είχε δημοσιεύσει το έργο Εντυπώσεις & Τοπία περιδιαβαίνοντας την Καστίλη. Το 1922, συνεργάστηκε με τον συνθέτη Μανουέλ ντε Φάγια στο Φεστιβάλ Λαϊκής Μουσικής, στη Γρενάδα. Στις παραδόσεις της λαϊκής και τσιγγάνικης μουσικής, πίστευε πως βρίσκει τη βάση των ποιητικών και πνευματικών του ενορμήσεων. Δημιούργημα του, εκείνη την εποχή, ήταν το Ποίημα Του Κάντε Χόντο, λαϊκό τραγούδι της Ανδαλουσίας, που τραγουδιέται από τσιγγάνους με συνοδεία κιθάρας και λίγο αργότερα, το 1924, ξεκίνησε να γράφει το Ρομανθέρο Χιτάνο, έργο που ολοκλήρωσε τελικά το 1927, σύνθεση 18 ποιημάτων με σταθερή στιχουργική μορφή, έκφραση μιας από τις αρχαιότερες μορφές ισπανικής ποίησης. Την ίδια περίοδο συνέθεσε και την Ωδή Στον Σαλβαντόρ Νταλί ενώ παράλληλα έγραψε το θεατρικό έργο Μαριάνα Πινέδα, που πρωτοπαρουσιάστηκε στη Βαρκελώνη, την ίδια χρονιά, σε σκηνογραφία Νταλί, σημειώνοντας επιτυχία. Τα έτη 1929-1930, αναζήτησε νέες πηγές έμπνευσης και ταξίδεψε στις ΗΠΑ και στην Κούβα. Οι εμπειρίες του στις Ηνωμένες Πολιτείες αξιοποιήθηκαν στο ποίημα Ένας Ποιητής Στη Νέα Υόρκη. Επέστρεψε στην Ισπανία το 1931 και συνέθεσε το Ντιβάνι Της Ταμαρίτ, ενώ παράλληλα δούλεψε και πάνω σε έργα για το κουκλοθέατρο. Εκεί έδειξε ξεκάθαρα πως επέλεγε ως κύρια ενασχόλησή του, τη συγγραφή θεατρικών και τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του ολοκλήρωσε τις κορυφαίες του δημιουργίες: Το Σπίτι Της Μπερνάρντα Άλμπα, Ματωμένος Γάμος, Γέρμα, Θρήνος Για Τον Ιγκνάθιο Σάντσεθ Μεχίας, τραγωδίες με θέμα τη κοινωνική καταπίεση κι έκδηλο το ανθρώπινο στοιχείο. Με την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας, οργάνωσε μία θεατρική ομάδα υπό την ονομασία La Barraca, η οποία με τη βοήθεια του Υπουργείου Παιδείας, έδωσε παραστάσεις κλασσικών έργων σε χώρους εργατών κι αγροτικές περιοχές. Το 1936 υποδέχθηκε τον Αλμπέρτι, καθώς επέστρεψε από τη Μόσχα. Συνέταξε μια διακήρυξη συγγραφέων κατά του φασισμού κι ξεκίνησε να γράφει μια σειρά θεατρικών σκηνών με μορφή επιθεώρησης, ωστόσο τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς, ξέσπασε ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος. Στις 19 Αυγούστου οι φασίστες Φρανκιστές, τον εκτέλεσαν στην περιοχή της Γρενάδα. Ο τάφος του δε βρέθηκε ποτέ ενώ ήταν τότε σε ηλικία 38 ετών.

Πηγή: theatermachine.gr

«Του ανέμου και της παινεμένης». Ποίημα του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα σε μετάφραση/διασκευή του Οδυσσέα Ελύτη και με τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη από το Romancero Gitano (Τσιγγάνικες μπαλάντες), που ο Μίκης μελοποίησε το 1967 για τη φωνή της Αρλέτας. Ο δίσκος κυκλοφόρησε το 1978. (Κιθάρες: Αρλέτα και Βασίλης Ρακόπουλος)

 Ντέφι χτυπώντας το φεγγάρι
χορεύει κι έρχεται με χάρη
έρχεται μες τις ερημιές
από το φως ασημωμένη
μικρή τσιγγάνα η παινεμένη

Ως τη θωρεί πετιέται απάνω
ο άνεμος ο ακοίμηστος
Πουνέντες άντρας πονηρός
κοιτάει τη μικρή κοιτάει
κι ολόγλυκα της τραγουδάει

Μικρούλα μου άσε να σηκώσω
το φουστανάκι σου να ειδώ
άσε με λίγο να σ’ αγγίξω
και της κοιλίτσας σου ν’ ανοίξω
το ρόδο το γαλαζωπό

Πετάει το ντέφι τρομαγμένη
και τρέχει τρέχει η παινεμένη
ξοπίσω της ακολουθεί
άνεμος άντρας που κρατεί
μια σπάθα, σπάθα αστραφτερή

Άκου το κύμα πως στενάζει
ο κάμπος άχου πως χλωμιάζει
παίζει των ίσκιων η φλογέρα
μέσα στο σκοτεινό αέρα

Τρέχα παινεμένη τρέχα
κι όπου να ‘ναι θα σε φτάσει
ο άνεμος και θα σ’ αρπάξει
να τον χιμάει από ψηλά
γλείφεται γλώσσες τις εννιά

Στο πρώτο σπίτι η παινεμένη
χώνεται μέσα αλαφιασμένη
την αρωτάνε να τους πει
και κείνη λέει κι ανιστορεί

Ενώ απ’ τη λύσσα του θερίου
γυρνάει ο άνεμος στο κρύο
παίρνει το σπίτι και το ζώνει
τα κεραμίδια του δαγκώνει



Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ
07/10/2009, 23:19
Κατηγορίες: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ, ΜΟΥΣΙΚΗ

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ’ ανάβει,
χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει,
κι ο λόγος της μες στο μυαλό σου να σφυρίζει,
“ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι;”

***

Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε το 1910 σε μια μικρή πόλη της Ματζουρίας κοντά στο Χαρμπίν, από γονείς Κεφαλλονίτες. Πολύ μικρός πρωτοταξίδεψε, όταν οι γονείς του αποφάσισαν να επιστρέψουν στο νησί τους, αν και, η οικογένεια Καββαδία θα ζήσει ελάχιστα εκεί, και τελικό της λιμάνι θα είναι ο Πειραιάς, στον οποίο μετοικεί το 1921, όταν ο Νίκος είναι μόλις 11 ετών. Στον Πειραιά ο ποιητής τελειώνει Δημοτικό και Γυμνάσιο. Μαθητής ακόμη του δημοτικού, γράφει τα πρώτα του ποιήματα. Το 1929 μπαίνει υπάλληλος σε ένα ναυτικό γραφείο. Αντέχει μόνο λίγους μήνες να βλέπει τους άλλους να ταξιδεύουν. Τα καράβια κι η θάλασσα είναι το όνειρό του. Μπαρκάρει ναύτης σε φορτηγό, και για μερικά χρόνια συνεχίζει να φεύγει με τα φορτηγά, γυρίζοντας πίσω μονίμως ταλαιπωρημένος και αδέκαρος… Η ανέχεια τον κάνει ν’ αποφασίσει να πάρει το δίπλωμα του ασυρματιστή. Στην αρχή σκεφτότανε να γίνει καπετάνιος, μα τα χρόνια είχαν περάσει, τα είχε φάει η λαμαρίνα, και το δίπλωμα του Ασυρματιστή ήταν ο μόνος σύντομος και αξιοπρεπής δρόμος για τα καράβια. Παίρνει το δίπλωμα του το 1939, αλλά αντί να μπαρκάρει βρίσκεται στρατιώτης στην Αλβανία και κατόπιν ξέμπαρκος στην Αθήνα με τη γερμανική Κατοχή. Μόλις τελείωσε ο πόλεμος, το 1944, ξαναμπαρκάρει, αδιάκοπα πια, ως ασυρματιστής, γυρίζοντας όλο τον κόσμο, ως το Νοέμβρη του 1974. Τρεις μήνες άντεξε μακρυά από τη θάλασσα. Πεθαίνει από εγκεφαλικό επεισόδειο στις 10 Φεβρουαρίου του 1975.

Ο Νίκος Καββαδίας είναι ίσως ο μόνος που αξίζει το χαρακτηρισμό του απόλυτα βιωματικού στην ποίησή του. Μιλάει πάντα γιά τα καράβια που έζησε, τους ναυτικούς που γνώρισε, τους έρωτες, τους καυγάδες και τους θανάτους στα λιμάνια, με την γλώσσα των καραβιών, αλλά και κάποιους ιδιωματισμούς της Κεφαλλονιάς, να μπλέκονται στα γνήσια λαϊκά ελληνικά του. Ο Ερωτάς του για τα ταξίδια και τη θάλασσα, πάθος τρομερό, σχέση αγάπης και μίσους, ο ίδιος έρωτας που τον οδήγησε να μπαρκάρει μικρός, μόλις 19 ετών, αφήνοντας τη σίγουρη δουλειά του ναυτικού γραφείου, είναι ορατός σε κάθε στίχο του, και τόσο δυνατός που διαπερνά τον αναγνώστη, τον κάνει να ξεχάσει τις άγνωστες λέξεις και τους ναυτικούς όρους, και να συνεπαρθεί απόλυτα από την αλήθεια του Λόγου του Ποιητή.

Ο Νίκος Καββαδίας άφησε πολύ λίγα πίσω του, μόλις τρεις ποιητικές συλλογές, ένα μυθιστόρημα και τρία μικρά πεζά. Ταπεινά παρουσιάστηκε στα ελληνικά γράμματα, κι η ταπεινότητά του αυτή, μαζί με τη μελοποίηση πολλών ποιημάτων του, τον έφερε κοντά στη μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων, κάνοντάς τον έναν από τους πιο δημοφιλείς μας ποιητές, δυστυχώς μετά το θάνατό του.

Πηγή: greece.org

Εργογραφία

Μαραμπού, 1933, Ποιήματα

Πούσι, 1947, Ποιήματα

Τραβέρσο, 1975, Ποιήματα

Βάρδια, 1954, Μυθιστόρημα

Λι, Στο Άλογο Μου, Του Πολέμου, 1987, μικρά πεζά.

(Εκδόσεις Άγρα)

(Όλα τα ποιήματα του Νίκου Καββαδία εδώ>www.geocities.com/kveragr/)

***

Ερμηνεία: Ρίτα Αντωνοπούλου
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος

Καραντί 

Στο κορίτσι απο το Βόλο

Μπάσσες στεριές, ήλιος πυρρός και φοινικιές,
ένα πουλί που ακροβατεί στα παταράτσα.
Γνέφουνε δυο στιγματισμένα μάυρα μπράτσα,
που αρρώστιες τά ‘χουνε τσακίσει τροπικιές.

Παντιέρα κίτρινη – σινιάλο του νερού.
Φούντο τις δυο και πρίμα βρέξε το πινέλο.
Τα δυο φανάρια της νυκτός. Κι ο Pisanello
ξεθωριασμένος απ’ το κύμα του καιρού.

Το καραντί θα μας μπατάρει.
Σάπια βρεχάμενα τσιμέντο και σκουριά.
Από νωρίς, δεξιά στη μάσκα την πλωριά,
κοιμήθηκεν ο καρχαρίας που πιλοτάρει.

Ορντίνα δίνει ο παπαγάλος στον ιστό,
όπως και τότε απ’ του Κολόμπου την κουκέτα.
Χρόνια προσμένω να τυλίξεις την μπαρκέτα,
χρόνια προσμένω τη στεριά, να ζαλιστώ.

Φωτιές ανάβουνε στην άμμο οι ιθαγενείς
κι αχός μας φτάνει καθώς παίζουν τα οργανά τους.
Της θάλασσας κατανικώντας τους θανάτους
στην ανεμόσκαλα σε θέλω να φανείς.

Φύκια μπλεγμένα στα μαλλιά, στο στόμα φύκια.
‘Ετσι ως κοιμήθηκες για πάντα στα βαθιά
κατάστιχτη, πελεκημένη από σπαθιά,
διπλά φορώντας των Ινκάς τα σκουλαρίκια.

***

Υ. Γ. Αφιέρωμα στο Νίκο Καββαδία στην εκπομπή ”Η Μηχανή του Χρόνου” εδώ>http://video.google.com/videoplay?docid=-8243376344637729037#